φεστόνι

φεστόνι
το
(λ. γαλλ.)
1. είδος ανεβατού κεντήματος.
2. (αρχιτ.), γλυπτός διάκοσμος που παρασταίνει γιρλάντα από φύλλα ή καρπούς.
3. οδοντωτό ή δαντελωτό ακρογείσιο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • φεστόνι — το, Ν 1. οδοντωτό κέντημα με στρογγυλές ή αιχμηρές απολήξεις στο άκρο, συνήθως, ενός υφάσματος ή ενδύματος 2. αρχιτ. α) γλυπτός διάκοσμος με παράσταση γιρλάντας ή καρπών β) οδοντωτό ή δαντελωτό ακρογείσιο.. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. feston < ιταλ.… …   Dictionary of Greek

  • φεστονάρω — Ν διακοσμώ με φεστόνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < φεστόνι + ρηματ. κατάλ. άρω*] …   Dictionary of Greek

  • έγκαρπος — ο (AM ἔγκαρπος, ον) 1. αυτός που περιέχει καρπό 2. το ουδ. ως ουσ. το έγκαρπο (Α τὰ ἔγκαρπα) είδος διακοσμήσεως με καρπούς και φύλλα, γιρλάντα νεοελλ. είδος τελειώματος σε ύφασμα, φεστόνι αρχ. 1. προϊόν, καρπός 2. μέρος ή το δέκατο τής παραγωγής… …   Dictionary of Greek

  • ακροποίκιλμα — ( ατος), το το κέντημα, το φεστόνι στις άκρες υφάσματος ή ενδύματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρο (Ι) + ποίκιλμα] …   Dictionary of Greek

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • φεστονάρισμα — το, Ν [φεστονάρω] διακόσμηση με φεστονι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”